24 Απρίλιος, 2019

Άτομα με αναπηρία: Η προσβασιμότητα και η κινητικότητα ως ανθρώπινα δικαιώματα

Βασίλης Σωτηρόπουλος

Όταν υπηρέτησα στον Δήμο Αθηναίων ως Συμπαραστάτης του Δημότη και της Επιχείρησης (Athens Ombudsman), είχα την ευκαιρία να εξετάσω από κοντά τις παραβάσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων που κατήγγειλαν οι δημότες που ήταν άτομα με αναπηρία. Τότε είχα ετοιμάσει και μια ειδική έκθεση προς τον δήμαρχο Αθηναιων (2013) όπου επισήμαινα τι πρέπει να γίνει για τα συγκεκριμένα προβλήματα που αφορούσαν κυρίως προβλήματα της στάθμευσης αναπηρικών οχημάτων, τις ράμπες και τα επιδόματα που έδινε ο δήμος. Είχα έτσι την ευκαιρία να γνωρίσω από κοντά το θέμα των δικαιωμάτων των αναπηρων και να εμβαθύνω στο θέμα της εφαρμογής των δικαιωμάτων τους.

Ενώ η ίδια η φύση των θεμελιωδών δικαιωμάτων, ατομικών και κοινωνικών, αφορά την καθολική εφαρμογή τους για κάθε ανθρώπινη ύπαρξη, σε πρόσφατα νομοθετικά κείμενα του διεθνούς δικαίου παρατηρείται η ειδική αναφορά στην προστασία των δικαιωμάτων των ατόμων με αναπηρίες. Τα σημαντικότερα νομοθετήματα αυτής της κατηγορίας είναι η Σύμβαση για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες και το προαιρετικό αυτής Πρωτόκολλο. Υπάρχουν, επίσης, συγκεκριμένες αναφορές του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος όμως εφαρμόζεται από τα κράτη μόνο στο πλαίσιο ενάσκησης δικαιωμάτων του ενωσιακού δικαίου, δηλαδή επικουρικά προς το εθνικό συνταγματικό και κοινό δίκαιο. Μια σύντομη αναφορά περιέχεται και στο άρθρο 21 παρ. 3 του Συντάγματος, κατά το οποίο “το Κράτος μεριμνά για την υγεία των πολιτών και παίρνει ειδικά μέτρα για την προστασία της νεότητας, του γήρατος και της αναπηρίας και για την περίθαλψη των απόρων”1. Το νομικό σύστημα προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων των ατόμων με αναπηρίες συμπληρώνεται, από διατάξεις της κοινής νομοθεσίας που προβλέπουν όρους και διαδικασίες για την πρακτική εφαρμογή και την επιβολή της τήρησης των δικαιωμάτων χωρίς διακρίσεις λόγω αναπηρίας.

Με τον Ν.4074/2012 (Φ.Ε.Κ. 88 Α'/11.4.2012, «Κύρωση της Σύμβασης για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες και του Προαιρετικού Πρωτοκόλλου στην Σύμβαση για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες»), η Ελλάδα κύρωσε την Σύμβαση που θεσπίστηκε με την απόφαση 61/611 της Γενικής Συνέλευσης του Ο.Η.Ε. στην Νέα Υόρκη στις 13.12.2006 και τέθηκε σε ισχύ στις 4.5.2008, καθώς και το Προαιρετικό Πρωτόκολλο αυτής, με το οποίο ιδρύεται ένας μηχανισμός παρακολούθησης των κρατών, ως προς την εφαρμογή των διατάξεων. Το Πρωτόκολλο θεσπίστηκε με την ίδια απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του Ο.Η.Ε και τέθηκε σε ισχύ στις 4.5.2008. Η κύρωση της Σύμβασης και του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου κατέστησε τα κείμενα αυτά αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος και, ως εκ τούτου, οι διατάξεις τους υπερισχύουν κάθε άλλης αντίθετης διάταξης νόμου.

Η πρακτική σημασία της Σύμβασης αυτής έγκειται:

− στην ειδική παρουσίαση των πτυχών των ανθρώπινων δικαιωμάτων, προσαρμοσμένων στις συγκεκριμένες ανάγκες των ατόμων με αναπηρίες και

− στο ότι, λόγω της κύρωσής της με νόμο, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, οι διατάξεις της κατισχύουν κάθε αντίθετης διάταξης της κοινής νομοθεσίας.

Αυτό σημαίνει ότι η εφαρμογή και τήρηση της Σύμβασης προϋποθέτει τον παραμερισμό διατάξεων που βρίσκονται σε τυπικά σε ισχύ, αλλά περιορίζουν την εφαρμογή των δικαιωμάτων αυτών. Παράλληλα, η εφαρμογή νομικών διατάξεων που βρίσκονται σε αντίθεση με διατάξεις της Σύμβασης είναι παράνομη και υπό συγκεκριμένες συνθήκες μπορεί να ιδρύσει ευθύνη της Χώρας για παράβαση διεθνούς δικαίου.

Σύμφωνα με το άρθρο 1 της Σύμβασης (“Σκοπός”) σκοπός της είναι να προάγει, προστατεύσει και διασφαλίσει την πλήρη και ίση απόλαυση όλων των ανθρώπινων δικαιωμάτων και θεμελιωδών ελευθεριών από όλα τα άτομα με αναπηρίες και να προάγει το σεβασμό της εγγενούς αξιοπρέπειάς τους. Τα άτομα με αναπηρίες περιλαμβάνουν εκείνα που έχουν μακροχρόνια σωματικά, ψυχικά, διανοητικά ή αισθητήρια εμπόδια, που, σε αλληλεπίδραση με διάφορα εμπόδια, μπορούν να παρεμποδίσουν την πλήρη και αποτελεσματική συμμετοχή τους στην κοινωνία, σε ίση βάση με τους άλλους.

Σύμφωνα με το άρθρο 4 (“Γενικές υποχρεώσεις”) τα Συμβαλλόμενα Κράτη αναλαμβάνουν να διασφαλίζουν ότι προάγουν την πλήρη υλοποίηση όλων των ανθρώπινων δικαιωμάτων και θεμελιωδών ελευθεριών για όλα τα άτομα με αναπηρίες, χωρίς διακρίσεις οποιουδήποτε είδους βάσει αναπηρίας. Προς το σκοπό αυτό, τα Συμβαλλόμενα Κράτη αναλαμβάνουν:

α) να υιοθετούν όλα τα κατάλληλα νομοθετικά, διοικητικά και άλλα μέτρα, για την εφαρμογή των δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται με την παρούσα Σύμβαση,

β) να λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα, συμπεριλαμβανομένων και των νομοθετικών, προκειμένου να τροποποιήσουν ή να καταργήσουν τους ισχύοντες νόμους, κανονισμούς, έθιμα και πρακτικές που συνιστούν διακρίσεις κατά των ατόμων με αναπηρίες,

γ) να λαμβάνουν υπόψη την προστασία και την προαγωγή των ανθρώπινων δικαιωμάτων των ατόμων με αναπηρίες, σε όλες τις πολιτικές και τα προγράματα,

δ) να απέχουν από τη συμμετοχή σε οποιαδήποτε πράξη ή πρακτική που είναι ασυμβίβαστη με την Σύμβαση και να διασφαλίζουν ότι οι δημόσιες αρχές και φορείς ενεργούν σύμφωνα με την Σύμβαση,

ε) να λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου να εξαλειφθούν οι διακρίσεις βάσει αναπηρίας, από οποιοδήποτε πρόσωπο, οργανισμό ή ιδιωτική επιχείρηση,

στ) να αναλαμβάνουν ή να προάγουν την έρευνα και ανάπτυξη των καθολικά σχεδιασμένων αγαθών, υπηρεσιών, εξοπλισμού και εγκαταστάσεων, όπως αυτό καθορίζεται στο άρθρο 2 της Σύμβασης, που θα πρέπει να απαιτήσουν την ελάχιστη δυνατή προσαρμογή και το λιγότερο κόστος, προκειμένου να ικανοποιούνται οι συγκεκριμένες ανάγκες ενός ατόμου με αναπηρίες, να προάγουν την διαθεσιμότητα και τη χρήση τους και να προάγουν τον καθολικό σχεδιασμό κατά την ανάπτυξη των προτύπων και κατευθυντήριων οδηγιών,

ζ) να αναλαμβάνουν ή προάγουν την έρευνα και ανάπτυξη και να προάγουν την διαθεσιμότητα και χρήση των νέων τεχνολογιών, συμπεριλαμβανομένων και των τεχνολογιών της πληροφορίας και των επικοινωνιών, των βοηθημάτων κινητικότητας, των συσκευών και υποβοηθητικών τεχνολογιών, τα οποία είναι κατάλληλα για τα άτομα με αναπηρίες, δίνοντας προτεραιότητα στις τεχνολογίες με προσιτό κόστος,

η) να παρέχουν προσιτή πληροφόρηση στα άτομα με αναπηρίες σχετικά με τα βοηθήματα κινητικότητας, τις συσκευές και τις υποβοηθητικές τεχνολογίες, συμπεριλαμβανομένων και των νέων τεχνολογιών, καθώς και τις άλλες μορφές βοήθειας, υποστηρικτικών υπηρεσιών και διευκολύνσεων,

θ) να προάγουν την κατάρτιση επαγγελματιών και προσωπικού που απασχολείται με τα άτομα με αναπηρίες, σχετικά με τα δικαιώματα που αναγνωρίζονται στην παρούσα Σύμβαση, ώστε να παρέχουν με τον καλύτερο τρόπο τη βοήθεια και τις υπηρεσίες που εγγυώνται αυτά τα δικαιώματα.

Στο ίδιο άρθρο (παρ.3) αναφέρεται ότι, κατά την ανάπτυξη και εφαρμογή της νομοθεσίας και των πολιτικών για την εφαρμογή της Σύμβασης, καθώς και σε άλλες διαδικασίες λήψης αποφάσεων που αφορούν ζητήματα σχετικά με τα άτομα με αναπηρίες, τα κράτη θα συμβουλεύονται διαρκώς και θα εμπλέκουν ενεργά τα άτομα με αναπηρίες, συμπεριλαμβανομένων και των παιδιών με αναπηρίες, μέσω των αντιπροσωπευτικών οργανώσεών τους.

Ως ανθρώπινο δικαίωμα των ατόμων με αναπηρίες κατοχυρώνεται στο άρθρο 9 της Σύμβασης η “Προσβασιμότητα”. Σύμφωνα με αυτό το άρθρο, προκειμένου να είναι σε θέση τα άτομα με αναπηρίες να ζουν ανεξάρτητα και να συμμετέχουν πλήρως σε όλες τις πτυχές της ζωής, τα Συμβαλλόμενα Κράτη λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα προκειμένου να διασφαλίζουν στα άτομα με αναπηρίες την πρόσβαση, σε ίση βάση με τους άλλους, στο φυσικό περιβάλλον, τα μέσα μεταφοράς, την πληροφορία και τις επικοινωνίες, συμπεριλαμβανομένων και των τεχνολογιών και συστημάτων πληροφορίας και επικοινωνιών και σε άλλες εγκαταστάσεις και υπηρεσίες που είναι ανοικτές ή παρέχονται στο κοινό, τόσο στις αστικές όσο και στις αγροτικές περιοχές. Τα μέτρα αυτά, που θα συμπεριλαμβάνουν και τον προσδιορισμό και την εξάλειψη των εμποδίων και κωλυμάτων προσβασιμότητας, θα ισχύουν μεταξύ άλλων, για:

α. τα κτίρια, τους δρόμους, τις μεταφορές και λοιπές εσωτερικές και υπαίθριες εγκαταστάσεις, συμπεριλαμβανομένων και των σχολείων, των κατοικιών, των ιατρικών εγκαταστάσεων και των εργασιακών χώρων,

β. τις πληροφορίες, τις επικοινωνίες και λοιπές υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένων και των ηλεκτρονικών υπηρεσιών και των υπηρεσιών έκτακτης ανάγκης.

Σύμφωνα με το άρθρο 20, ανθρώπινο δικαίωμα καθίσταται και η “Κινητικότητα”. Κατά το άρθρο αυτό, τα Συμβαλλόμενα Κράτη λαμβάνουν αποτελεσματικά μέτρα, προκειμένου να διασφαλίσουν την κινητικότητα του ατόμου, με τη μέγιστη δυνατή ανεξαρτησία για τα άτομα με αναπηρίες, συμπεριλαμβανομένης και της διευκόλυνσης της κινητικότητας των ατόμων με αναπηρίες, με τον τρόπο και κατά το χρόνο της επιλογής τους και με προσιτό κόστος.

Στο άρθρο 28 («Ανεκτό βιοτικό επίπεδο και κοινωνική προστασία») η Σύμβαση αναγνωρίζει το δικαίωμα των ατόμων με αναπηρίες για ένα βιοτικό επίπεδο ανεκτό, για τα ίδια και τις οικογένειές τους, συμπεριλαμβανομένης και της κατάλληλης διατροφής, ένδυσης και κατοικίας και για συνεχή βελτίωση των συνθηκών διαβίωσής τους, με την λήψη κατάλληλων μέτρων για την προστασία και την προαγωγή της εξασφάλισης του δικαιώματος χωρίς διακρίσεις βάσει αναπηρίας. Στην δεύτερη παράγραφο αυτού του άρθρου προβλέπεται ρητά η αναγνώριση του δικαιώματος των ατόμων με αναπηρία και των οικογενειών τους για πρόσβαση στα προγράμματα κοινωνικής προστασίας και μείωσης της φτώχειας, πρόσβαση στην κρατική βοήθεια με σχετικές με την αναπηρία δαπάνες, συμπεριλαμβανομένης της οικονομικής συνδρομής και της ίσης πρόσβασης στα συνταξιοδοτικά ωφελήματα και προγράμματα.

Εδώ μπορείτε να διαβάσετε την Ειδική Πρόταση 3/2013 που υπέβαλα στον Δήμο Αθηναιων για τα δικαιώματα των ανθρώπων με αναπηρία.

* Ο Βασίλης Σωτηρόπουλος είναι δικηγόρος και υποψήφιος ευρωβουλευτής με το Ποτάμι