2 Νοεμβρίου, 2015

Άδικη φορολόγηση των εγχώριων μικρομεσαίων ζυθοποιείων

Κατερίνα Μάρκου

Με ανάρτησή της στο facebook, η βουλευτής Β' Θεσσαλονίκης του Ποταμιού, Κατερίνα Μάρκου, καταθέτει τη δική της πρόταση για το θέμα που έχει προκύψει σχετικά με την αναποτελεσματική και άδικη φορολόγηση των εγχώριων μικρών και μεσαίων ελληνικών ζυθοποιείων.

Έχω επανειλημμένως τονίσει ότι η χώρα χρειάζεται το δικό της σχέδιο που θα τροποποιεί ή και θα συμπληρώνει τη συμφωνία με τους πιστωτές. Στο σχέδιο αυτό απόλυτη προτεραιότητα πρέπει να έχει το θέμα της εγχώριας ανάπτυξης, της απασχόλησης, των εισοδημάτων, της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας. Στο πλαίσιο αυτό, και σε σχέση με το πρόβλημα που προκλήθηκε με την επιχειρούμενη αύξηση ακόμη και κατά 50% (!) της φορολόγησης των μικρομεσαίων ζυθοποιείων, προτείνω στην κυβέρνηση την άμεση απόσυρση της πρότασής της και την αντικατάστασή της με τον τρόπο που διατυπώνω παρακάτω. Επισημαίνω απλώς ότι δεν ομιλώ για ευκαιριακά «ισοδύναμα» ταμειακού χαρακτήρα μέτρα, κοινωνικού αυτοματισμού. Μιλώ για ισοδύναμα ανάπτυξης και ανταγωνιστικότητας της εγχώριας παραγωγής. Καλό θα είναι η κυβέρνηση να ενσκήψει και να δει.
Η φορολόγηση της κατανάλωσης ζύθου στην Ελλάδα διέπεται από το άρθρο 87 του ν. 2960/2001 όπως τροποποιήθηκε από το ν. 3156/2003 σε συνδυασμό με τα προβλεπόμενα από το άρθρο 2 της Ευρωπαϊκής οδηγίας 92/83/EEC. Βάσει αυτών, επιβάλλεται ο βασικός ΕΦΚ (100%) που υπολογίζεται σε 2,60€ ανά εκατόλιτρο/μονάδα Plato πωλούμενου ζύθου για όσες εταιρείες παράγουν ετησίως πάνω από 200.000Ηlt, ενώ για τις μικρές ανεξάρτητες ζυθοποιίες που παράγουν ετησίως κάτω από αυτό το όριο εφαρμόζεται μειωμένος συντελεστής (50%), όπως και σε άλλα κράτη μέλη της Ε.Ε..

Από το 2003 μέχρι σήμερα, οπότε και εφαρμόστηκε ο μειωμένος συντελεστής, έχουν δημιουργηθεί και αναπτυχθεί πάνω από 20 ελληνικές μικροζυθοποιίες σε όλη την Ελλάδα, αποδεικνύοντας τον αναπτυξιακό χαρακτήρα του μέτρου. Μέσω αυτού, δόθηκε η δυνατότητα στις μικροζυθοποιίες να μειώσουν την τιμή πώλησης και να δημιουργήσουν ταμειακά διαθέσιμα που τους επιτρέπουν να αναπτυχθούν περαιτέρω, μέσω της επανεπένδυσης της κερδοφορίας τους σε κτιριακές και μηχανολογικές επεκτάσεις, να αυξήσουν τον όγκο της παραγόμενης μπύρας αλλά και τον αριθμό των θέσεων εργασίας.

Όλα αυτά, σε μία αγορά που παρουσιάζει χαρακτηριστικά υψηλής συγκέντρωσης, με δύο πολυεθνικές εταιρείες να κατέχουν μερίδιο 86% της ετήσιας κατανάλωσης του παραγόμενου ζύθου, ενώ οι λοιπές ελληνικές ζυθοποιίες συγκεντρώνουν μόλις το 14%.

Παράλληλα, η επιφορτισμένη με τον έλεγχο της αγοράς Ελληνική Επιτροπή Ανταγωνισμού έχει αναλάβει εδώ και μία δεκαετία να ερευνήσει ενδεχόμενη κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης και καθυστερεί αδικαιολόγητα την έκδοση σχετικής απόφασης με πραγματικά ιλαρές δικαιολογίες.
Το άρθρο 52 του σχεδίου νόμου με τα προαπαιτούμενα προβλέπει την κλιμακωτή αναπροσαρμογή του μειωμένου συντελεστή ΕΦΚ από το 50% του βασικού συντελεστή που ισχύει σήμερα με σκοπό, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση, “την εξασφάλιση της ορθολογικής λειτουργίας των κανόνων του ανταγωνισμού και την αύξηση της επιχειρηματικότητας”.

Στην πραγματικότητα, επιτυγχάνεται το ακριβώς αντίθετο: εισάγεται μία επιπλέον επιβάρυνση για τα προϊόντα που παράγουν οι μικρές και μεσαίες ανεξάρτητες ζυθοποιίες, εξαναγκάζοντάς τες σε μείωση των πωλήσεων ή περιορισμό της παραγωγής τους, ενώ μένουν στο απυρόβλητο και ενισχύονται οι μεγάλες εταιρείες που ελέγχουν την συντριπτική πλειοψηφία της αγοράς.

Η στόχευση αποκλειστικά και μόνο των ελληνικών μικροζυθοποιίων στην προσπάθεια άντλησης αυξημένων εσόδων από την ελληνική αγορά ζύθου, κατανέμει ανισομερώς το βάρος της προσαρμογής, στρεβλώνοντας ακόμα περισσότερο την αγορά.

Αντίθετα, μια προοδευτικά αναλογική ενιαία αύξηση της ονομαστικής τιμής του Ε.Φ.Κ. ανά εκατόλιτρο πωλούμενου ζύθου για το σύνολο των ζυθοποιείων, και διατήρηση του υπάρχοντος καθεστώτος μειωμένου συντελεστή κατά 50% για τις μικρές ανεξάρτητες ζυθοποιίες θα μπορούσε να διασφαλίσει τα επιδιωκόμενα από το δημόσιο επιπλέον έσοδα και θα επιμέριζε το βάρος αναλογικά και σύμφωνα με τον ισχύοντα νόμο επί του συνόλου των παραγωγών ζύθου.

Με βάση πρόχειρους υπολογισμούς, και λαμβάνοντας υπόψιν τα επίσημα δημοσιευμένα στοιχεία της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογίας και Τελωνειακής Ένωσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το ποσό είσπραξης του ΕΦΚ για την μπύρα στην Ελλάδα το 2014, δηλαδή 107,44 εκ. ευρώ, μία ελάχιστη αύξηση του βασικού συντελεστή π.χ. κατά 0,20 ευρώ και του μειωμένου κατά 0,10 ευρώ, δηλαδή 2,80 ευρώ και 1,40 ευρώ αντίστοιχα, οδηγεί σε αύξηση των εσόδων κατά 8 εκ. ευρώ ετησίων περίπου, υπερκαλύπτοντας κατά πολύ τα 3,2 εκ. ευρώ που προσδοκά η κυβέρνηση από το μέτρο.

Να, λοιπόν, ένα απλό και ελάχιστο ισοδύναμο που θα κατανείμει το βάρος με πιο δίκαιο τρόπο. Από εκεί και πέρα, είναι στα χέρια της κυβέρνησης να αποφασίσει και για μεγαλύτερες αυξήσεις. Μία αύξηση π.χ. 30% του βασικού συντελεστή πάντα, μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση εσόδων κατά 30 εκ. Ευρώ.

Ας ξανασκεφτεί, λοιπόν, η κυβέρνηση το μέτρο αυτό και ας κινηθεί στην κατεύθυνση που προτείνεται και που, σε κάθε περίπτωση, οδηγεί στην αναλογική επιβάρυνση όλων, με βάση τη δύναμή τους στην αγορά, και όχι μόνο των εγχώριων επιχειρήσεων.

* Η Κατερίνα Μάρκου είναι βουλευτής Β' Θεσσαλονίκης και υπεύθυνη του τομέα Πρόνοιας.