2 Ιανουαρίου, 2018

Αδιαπέραστα τείχη

Γιάννης Κωνσταντινίδης

Στην κοινοβουλευτική συζήτηση για τον προϋπολογισμό του 2018, κατά την εβδομάδα που πέρασε, θα μπορούσε κανείς να διακρίνει το σύνολο των δυσκολιών της αντιπολίτευσης, μείζονος και ελάσσονος, να διαπεράσει τα τείχη πίσω από τα οποία έχουν οχυρωθεί οι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ του 2015, ακόμα και αν πολλοί από αυτούς έχουν χάσει την πίστη τους στην «ελπίδα που έρχεται». Οι ομιλίες των ηγετών των αντιπολιτευόμενων κομμάτων δομήθηκαν –όχι κατ’ ανάγκη με τη δέουσα καθαρότητα– σε ένα σχήμα επιχειρημάτων κατά της ακολουθούμενης οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης Τσίπρα, το οποίο μοιάζει να είναι ευάλωτο σε αντεπιχειρήματα που καθηλώνουν –στο επίπεδο της προσλαμβανόμενης από τους ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ πραγματικότητας– τη δυναμική της αρχικής σκέψης της αντιπολίτευσης.

Ας συνοψίσουμε την επιχειρηματολογία των ηγετών της αντιπολίτευσης σε τέσσερα σημεία: (1) η κυβέρνηση Τσίπρα δεν είναι σε θέση να φέρει την ανάπτυξη γιατί αντιμάχεται ιδεοληπτικά τις επενδύσεις, (2) η κυβέρνηση Τσίπρα υπερφορολογεί τη μεσαία τάξη και την κατανάλωση, αλλά και την επιχειρηματική δραστηριότητα, μπλοκάροντας τη δημιουργία, την αποταμίευση, αλλά τελικά και την ανάπτυξη, (3) η κυβέρνηση Τσίπρα αποκρύβει ότι η χώρα δε θα απεγκλωβιστεί από τις υποχρεώσεις των Μνημονίων το καλοκαίρι του 2018, (4) η κυβέρνηση Τσίπρα δημιουργεί τον δικό της κομματικό στρατό στη δημόσια διοίκηση και το δικό της σύστημα διαπλοκής με επιχειρηματίες μέσω της διανομής δημοσίου χρήματος. Καθένα από αυτά τα επιχειρήματα είναι μάλλον τεκμηριώσιμα, καθώς οι επενδύσεις όντως καρκινοβατούν με την ανοχή της κυβέρνησης, η φορολόγηση όντως βαίνει αυξανόμενη, η χώρα όντως θα υποχρεωθεί σε εξαιρετικά υψηλό εξωτερικό δανεισμό, ακόμα και αν δε λάβει νέο δάνειο από τους Ευρωπαίους πιστωτές με τη λήξη του τρέχοντος το καλοκαίρι, ενώ η προνομιακή μεταχείριση όσων διάκεινται φιλικά προς την κυβέρνηση είναι ορατή από το επίπεδο των προσλήψεων συμβασιούχων στο δημόσιο έως το επίπεδο της διανομής των τηλεοπτικών αδειών.

Όμως ο μέσος ψηφοφόρος του ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να προσπεράσει καθένα από τα τέσσερα αυτά επιχειρήματα, όχι απαραιτήτως αποκρούοντας, αλλά πάντως αποφεύγοντας την αιχμή εκάστου. Η ανάπτυξη αφορά τους επενδυτές και, σε τελική ανάλυση, είναι μια έννοια αφηρημένη που δε συνδέεται εύκολα για τους περισσότερους με τη βραχυπρόθεσμη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης ενός νοικοκυριού, γεγονός που ανακόπτει την ισχύ του όποιου επιχειρήματος περί των αντί-επενδυτικών ιδεοληψιών της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Η φορολόγηση, για τον μισθωτό χαμηλού εισοδήματος ή τον άνεργο, αφορά πρωτίστως τους ελεύθερους επαγγελματίες που δεν έκοβαν αποδείξεις ή τους έχοντες που καταναλώνουν, οπτική που μειώνει την ισχύ και του επιχειρήματος περί περιορισμού του ρόλου της κυβέρνησης σε φοροεισπρακτικό μηχανισμό. Η έξοδος στις αγορές είναι μια επιστροφή στην κανονικότητα που η χώρα βίωνε προ Μνημονίων και σε κάθε περίπτωση την καθιστά πολιτικά κυρίαρχη, μια στόχευση διόλου αμελητέα για την πληγωμένη υπερηφάνεια μεγάλου αριθμού ψηφοφόρων. Τέλος, η προσπάθεια δημιουργίας ενός νέου πελατειακού δικτύου παροχής προνομίων και υποσχέσεων από την κυβέρνηση προς τους δικούς της ανθρώπους είναι μια γνωστή από το παρελθόν τακτική ενσωμάτωσης των μαζών στην πολιτική διαδικασία, την οποία μάλιστα οι σημερινές αντιπολιτευτικές δυνάμεις είχαν χρησιμοποιήσει οι ίδιες με μεγάλη επιτυχία στο παρελθόν. Τέσσερα ευκόλως ανατρέψιμα επιχειρήματα, ιδιαίτερα μάλιστα όταν χρησιμοποιούνται ως μεμονωμένες ριπές κατά της κυβέρνησης.

Οι ηγέτες της αντιπολίτευσης δε σφάλλουν όταν επιχειρηματολογούν κατά της οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης. Ωστόσο, αποτυγχάνουν να δέσουν τα επιχειρήματα μεταξύ τους εμφανίζοντάς τα κλιμακωτά, το ένα ως συνέχεια του άλλου ώστε να μη χάνουν από το στόχαστρο τον ψηφοφόρο του ΣΥΡΙΖΑ που αυθορμήτως διαφεύγει της πρώτης ριπής. Ο ψηφοφόρος του ΣΥΡΙΖΑ απορρίπτει το επιχείρημα της (μη) ανάπτυξης λέγοντας ότι αυτόν τον ενδιαφέρουν οι φόροι και αυτή είναι η πρώτη απαραίτητη σύνδεση που πρέπει να κάνει η αντιπολίτευση: η ανάπτυξη που η κυβέρνηση αρνείται φέρνει τους φόρους. Ο ψηφοφόρος του ΣΥΡΙΖΑ απορρίπτει το επιχείρημα της υπερφορολόγησης λέγοντας ότι αυτή –ακόμα και με τη μορφή των έμμεσων φόρων που αφορούν όλους– θα έχει ένα χρονικό όριο. Εδώ βρίσκεται η δεύτερη απαραίτητη σύνδεση που πρέπει να κάνει η αντιπολίτευση: το τέλος του τρίτου Μνημονίου το καλοκαίρι του 2018 δε θα σημάνει το τέλος των φόρων, καθώς η χώρα θα συνεχίσει να είναι χρεωμένη, ενώ οι ανάγκες δανεισμού θα είναι πάλι υπαρκτές. Ο ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ απορρίπτει το επιχείρημα περί συνέχισης της πολιτικών των Μνημονίων μετά το καλοκαίρι του 2018 λέγοντας ότι η κυβέρνηση Τσίπρα έχει επιδείξει καλές προθέσεις ως προς τον στόχο της κοινωνικής δικαιοσύνης, όπως έγινε φανερό στην περίπτωση της διανομής του λεγόμενου «κοινωνικού μερίσματος». Εδώ βρίσκεται η τρίτη απαραίτητη σύνδεση που πρέπει να κάνει η αντιπολίτευση: η διανομή μερίσματος δεν είναι παρά η μέθοδος δημιουργίας βραχυπρόθεσμων νέων εξαρτήσεων των πολιτών από έναν νέο πολιτικό πάτρωνα, όμοια με αυτές που η κυβέρνηση επιχειρεί στο επίπεδο προσέλκυσης των επιχειρηματικών συμφερόντων.

Η τελευταία σύνδεση είναι η δυσκολότερη για τον απλούστατο λόγο ότι το επιχείρημα της διαφθοράς είναι το ίδιο με αυτό που χρησιμοποιήθηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ κατά της σημερινής αντιπολίτευσης κατά το παρελθόν. Όλα λοιπόν δείχνουν να καταλήγουν στη μάχη του «ηθικού πλεονεκτήματος». Είναι μια μάχη δύσκολη. Όμως σε αυτήν τη μάχη, είναι πολύ καλύτερα η αντιπολίτευση, τόσο η μείζονα, όσο και η ελάσσονα, να παραταχθεί με μια σφιχτή και κλιμακωτή δόμηση των όπλων της κατά την κυβέρνησης. Ως την περασμένη εβδομάδα δεν έδειξε να το έχει πετύχει.

* Ο Γιάννης Κωνσταντινίδης είναι διευθυντής του Ινστιτούτου «Π στο Τετράγωνο - Πρόοδος στην Πράξη»

Πηγή: ΕφΣυν (έντυπη έκδοση)