22 Ιανουάριος, 2019

Με ποιο τρόπο οι ηγέτες της πΓΔΜ, Κ.Γκλιγκόροφ, Ν.Γκρουέφσκι και Ζ.Ζάεφ, καθόρισαν τη στάση της γειτονικής χώρας;

Guest Αρθρογράφος

Πως προώθησαν ή πως υπονόμευσαν τις πιθανές λύσεις;

Η ομιλία του Γιάννη Αρμακόλα στην εκδήλωση "Εδώ μιλούν οι τολμηροί - Μακεδονικό: η συζήτηση που δεν έγινε"

Καλησπέρα σας, ευχαριστώ πολύ για την πρόσκληση. Το ερώτημα απευθύνεται στην άλλη πλευρά, όπως είπε ο κ. Τσίμας, όχι τη δική μας πλευρά την οποία γνωρίζουμε πολύ καλά, αλλά τί συμβαίνει στη γειτονική χώρα και τί συμβαίνει με τις ηγεσίες της γειτονικής χώρας. Η γρήγορη, σύντομη απάντηση είναι: Ναι, έπαιξε ρόλο ποιος ήταν επικεφαλής.

Αλλά νομίζω είναι πολύ χρήσιμο το ερώτημα, γιατί θα μας επιτρέψει και θα μας βοηθήσει να κατανοήσουμε καλύτερα ποιο είναι το διακύβευμα στη σημερινή κατάσταση και το διακύβευμα σε σχέση με την κυβέρνηση Ζάεφ και την υπογραφή της Συμφωνίας των Πρεσπών. Να υπενθυμίσω ότι όταν άλλαξε η κυβέρνηση στα Σκόπια, ήρθε δηλαδή στην εξουσία το STSM, το Κεντροαριστερό Κόμμα της γειτονικής χώρας με επικεφαλής τον Πρωθυπουργό Ζάεφ και ξεκίνησε τις διάφορες κινήσεις καλής θέλησης προς τη Βουλγαρία και προς την Ελλάδα, αρχικά κυρίως σε ρητορικό επίπεδο, ανοίγματα φιλίας, αργότερα και με την αλλαγή της ονομασίας του αεροδρομίου και του αυτοκινητόδρομου, υπήρχε τεράστια δυσπιστία στην ελληνική πλευρά.

Αυτό το είδαμε και στα κόμματα και στα ΜΜΕ και φυσικά κατ’ εξοχήν στην κοινή γνώμη. Υπενθυμίζω ότι αυτός ήταν ένας ηγέτης και είναι ακόμα ένας ηγέτης, ο οποίος είχε περάσει δια πυρός και σιδήρου μέχρι να φτάσει στο σημείο να κάνει κάτι το οποίο πάρα πολλοί συμπολίτες του το έβλεπαν σαν προδοτικό: Να τείνει δηλαδή χείρα φιλίας προς τη βουλγαρική πλευρά και την ελληνική πλευρά.

Και γιατί είχε περάσει δια πυρός και σιδήρου; Είχε δεχθεί ακόμα και επίθεση μέσα στο Κοινοβούλιο από τους παρακρατικούς του Γκρουέφσκι, του είχαν σπάσει το κεφάλι του ανθρώπου, ήταν δηλαδή ένας άνθρωπος ο οποίος το εννοούσε και πέρασε δύσκολες καταστάσεις, μέχρι να φτάσει σε σημείο να μπορεί να τεθεί επικεφαλής και να ηγηθεί αυτής της προσπάθειας.

Γιατί τώρα είχαμε τέτοια δυσπιστία προς την άλλη πλευρά; ή άποψή μου είναι γιατί η ελληνική πλευρά συνολικά, εδώ και πολλά χρόνια και σήμερα, συνεχίζει να έχει μια έλλειψη γνώσης της βαλκανικής κατάστασης, έλλειψη γνώσης μ’ ελάχιστες εξαιρέσεις ακόμα και των γειτονικών χωρών με τις οποίες έχουμε άμεσες, στενότατες πολιτικές, διπλωματικές, οικονομικές σχέσεις και φυσικά πολλά συμφέροντα και ανοιχτές διαφορές.

Δε γνωρίζουμε δηλαδή τους γείτονές μας και θα έλεγα ότι δεν ενδιαφερόμαστε κιόλας να τους μάθουμε τους γείτονές μας. Είναι ένα μαύρο κουτί κι όταν υπάρχει ένα μαύρο κουτί, έλλειψη γνώσης, το ευκολότερο είναι, να νομίζεις ότι κατανοείς τους γείτονες και τις καταστάσεις και τις πολιτικές τους μέσα από τα στερεότυπα τα ιστορικά και άλλα, που έχεις στη χώρα σου.

Πάμε τώρα να δούμε το Γκρουέφσκι, γιατί είναι όλα αυτά σημαντικά. Ο Γκρουέφσκι φυσικά, ήταν ένας ηγέτης ο οποίος έχει ως σημείο αναφοράς τις πιο εθνικιστικές ιστορικά πολιτικές δυνάμεις της χώρας, το VMRO που ξεκίνησε από την Αριστερά κι έφτασε να είναι η άκρα Δεξιά της συγκεκριμένης χώρας και φυσικά είναι ένας εθνικιστής ηγέτης ο οποίος στην πράξη έδειξε τον εθνικισμό του παίρνοντας τον εξαρχαϊσμό, αυτό τον αρχαϊσμό από μια περιφερειακή ιδεολογία και φέρνοντάς το στο κέντρο της πολιτικής ζωής και κάνοντάς το πολιτικό πρόγραμμα.

Αλλά, ο Γκρουέφσκι δεν είναι απλώς ένας εθνικιστής ηγέτης, δυστυχώς για μας είναι και προϊόν της δικής μας αποτυχίας. Είναι προϊόν της δική μας αποτυχημένης πολιτικής στη δεκαετία του 90. Ο Γκρουέφσκι, θα θυμίσω, το γνωρίζουμε όλοι, είναι νεότατος, για ελληνικά δεδομένα πάρα πολύ νέος. Μπορεί να είναι πλέον φυγόδικος και πρώην Πρωθυπουργός, αλλά όταν έγινε Πρωθυπουργός ήταν αν θυμάμαι καλά μόλις 35-36 χρόνων.

Δηλαδή στις αρχές της δεκαετίας του ’90, όταν, όπως περιγράφηκε κι από προηγούμενους ομιλητές, μας δόθηκε μια ευκαιρία να επιλύσουμε με πολύ ευνοϊκό τρόπο το πρόβλημα, ο ίδιος ήταν 18 χρόνων, κάπου εκεί και όλη η κυβερνητική ελίτ γύρω από τον Γκρουέφσκι, είναι ακριβώς αυτής της ηλικίας. Ήταν δηλαδή οι 15άρηδες, 17άρηδες, 20άρηδες των αρχών της δεκαετίας του ’90.

Είναι δηλαδή άνθρωποι οι οποίοι ψάχνοντας να βρουν μια ταυτότητα, όπως έψαχναν πολλοί λαοί, πρώην κομμουνιστικοί όταν κατέρρευσε το ολοκληρωτικό καθεστώς και έψαχναν κάποιο «αποκούμπι», είναι οι άνθρωποι οι οποίοι, η πρώτη τους εμπειρία πολιτική ήταν μία γειτονική χώρα η οποία θα μπορούσε να είναι ο καλύτερός τους φίλος, η οποία προσπαθεί να τους εξαφανίσει, να τους στραγγαλίσει, τουλάχιστον οικονομικά.

Αποτέλεσμα λοιπόν της δικής μας αποτυχίας εκτός των εθνικιστικών του καταβολών και αναφορών, είναι η κυβέρνηση Γκρουέφσκι και κατ’ επέκταση μπορώ να πω έμμεσα φυσικά, η πολιτική Γκρουέφσκι.

Μέσα απ’ αυτό, να υπενθυμίσω αυτά που ανέφεραν προηγούμενοι ομιλητές, το τί συνέβη στις αρχές της δεκαετίας του ’90, δε θα μπω σε αναλυτικές λεπτομέρειες γιατί τ’ ανέφερε και ο κ. Ηρακλείδης και άλλοι, αλλά να θυμίσουμε ξανά ότι το μάθημα της δεκαετίας του ’90 που νομίζαμε ότι το πήραμε μετά την αποτυχία της πολιτικής μας, φαίνεται ότι τον τελευταίο ενάμιση χρόνο από τις συζητήσεις και τις διαπραγματεύσεις και αυτά που ακούγονται στα media, κι απ’ τους πολιτικούς, ότι δεν το πήραμε.

Ο Γκλιγκόροφ λοιπόν, τον οποίο δαιμονοποίησε και η ελληνική πολιτική τάξη στη δεκαετία του ’90 και φυσικά τα media και κατ’ επέκταση η κοινή γνώμη η οποία ακολουθεί τα media και τους πολιτικούς, ήταν ένας ηγέτης ο οποίος μπορεί κανείς να τον πει μετριοπαθή, μπορεί και όχι, σίγουρα από τους πρώην κομμουνιστές της Γιουγκοσλαβίας ήταν από τους πιο μετριοπαθείς αν σκεφτείτε ότι άλλοι, όπως ο Μιλόσεβιτς κτλ., αιματοκύλησαν τις χώρες τους, εκατόμβες νεκρών, ο ίδιος λοιπόν ήταν ένα πραγματιστής ηγέτης και η δική του πολιτική ελίτ, η πρώην κουμμουνιστική, η οποία έψαχνε να βρει έναν τρόπο συνεννόησης με την ελληνική πλευρά.

Αναφέρθηκε πιο νωρίς το πώς ο ελληνικός μαξιμαλισμός, οι εξωπραγματικές και σε τελική ανάλυση και κάπως αντι-ιστορικές θέσεις που προέβαλλε η ελληνική πλευρά στις αρχές της δεκαετίας του ’90, δε μας επέτρεψαν να εκμεταλλευθούμε αυτή την ευκαιρία και ξέρουμε και για το πακέτο Πινέιρο και άλλες λύσεις που προτάθηκαν στην Ελλάδα, τις οποίες αργότερα παρακαλούσαμε να τις είχαμε αλλά φυσικά είχαν περάσει ως επιλογές.

Είχαμε λοιπόν στη δεκαετία του ’90, ιδιαίτερα στο πρώτο μισό της δεκαετίας του ’90, μια διπλή αποτυχία της ελληνικής πλευράς. Και διπλή αποτυχία ως αποτέλεσμα της πολιτικής αυτής, ήταν ότι αφ’ ενός στο εσωτερικό της γειτονικής χώρας αποδυναμώθηκαν οι πιο μετριοπαθείς δυνάμεις, οι πιο πραγματιστικές δυνάμεις που βρίσκονταν στην εξουσία, αφ’ ετέρου συνεχίζοντας στο εσωτερικό ουσιαστικά χαλυβδώθηκε η πιο εθνικιστική πλευρά και το εθνικιστικό συναίσθημα ενός κομματιού του πληθυσμού το οποίο το βλέπουμε λίγα χρόνια αργότερα ως Γκρουέφσκι και μια ολόκληρη πολιτική ελίτ νέας γενιάς η οποία έρχεται στα πράγματα ακραία εθνικιστική, με σκοπό ακριβώς να δείξουν στην Ελλάδα ότι δεν πρόκειται να δεχθούν τα τελεσίγραφά της.

Και φυσικά στο εξωτερικό απέτυχε η ελληνική πολιτική διότι καταφέραμε μια διεθνή απομόνωση, καταφέραμε δυστυχώς μέσω της πολιτικής μας, να κάνουμε τους ξένους συνεταίρους μας, τη διεθνή κοινότητα, να νομίζουν ότι εμείς θέλουμε να εξαφανίσουμε αυτό το κράτος ή τέλος πάντων θέλουμε να ζητάμε ανορθολογικά και μαξιμαλιστικά πράγματα τα οποία δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα.

Αυτά είναι όλα σημαντικά ως μάθημα της δεκαετίας του ’90 και των πιο πρόσφατων ετών για να δούμε ποια είναι η κατάσταση σήμερα και ποιο είναι το διακύβευμα της ηγεσίας Ζάεφ που έχουμε σήμερα στα Σκόπια. Μας δίνεται λοιπόν σήμερα μέσα από τις διαπραγματεύσεις των δυο πλευρών, μέσα από τη Συμφωνία των Πρεσπών, μια εκ νέου ευκαιρία, όπως μας δόθηκε τη δεκαετία του 90 και πρέπει να πούμε, με πολύ χειρότερους όρους για την ελληνική πλευρά.

Οι όροι για την Ελλάδα ήταν πολύ καλύτεροι στις αρχές της δεκαετίας του ’90, μόνο η ελληνική οικονομία ήταν 50 φορές μεγαλύτερη από την οικονομία της ΠΓΔΜ στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Δηλαδή η οικονομία της ΠΓΔΜ ήταν όσο ήταν ένας νομός ελληνικός. Αυτή ήταν η οικονομία της, για να μη μιλήσουμε για στρατό κτλ..

Τι συμβαίνει στα Σκόπια σήμερα: Έχουμε μια νέα γενιά πολιτικών όπως είναι ο Ζάεφ και πολλοί γύρω από τον Ζάεφ, οι οποίοι προσπαθούν με κάθε τρόπο να έρθουν σε ρήξη με το εθνικιστικό παρελθόν του Γκρουέφσκι και να δημιουργήσουν μια νέα εποχή στη χώρα μας κι έχουμε μια νέα γενιά ανθρώπων, οι οποίοι συγκρούστηκαν με τις επιλογές Γκρουέφσκι και με τον εθνικισμό τους στους δρόμους, μέσα από κινητοποίηση της κοινωνίας των πολιτών, μέσα από διαδηλώσεις.

Και συγκρούστηκαν με δύσκολες συνθήκες, μ’ ένα καθεστώς που παρακολουθούσε μέσα από τις μυστικές Υπηρεσίες, όλους τους ανθρώπους που δεν ήταν του κόμματος. Δημοσιογράφους, ηγέτες της κοινωνίας πολιτών, φοιτητές, διανοούμενους, επιστήμονες, τους παρακολουθούσαν τα τηλέφωνα. Είναι άνθρωποι οι οποίοι θέλουν να χτίσουν στενές σχέσεις με την Ελλάδα και η ηγεσία τους αλλά και αυτή η νέα γενιά, θέλουν να μπουν επιτέλους σ’ αυτό το μονοπάτι ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση που θα σημάνει πλήρη εκδημοκρατισμό αλλά και οικονομική ανάπτυξη για τη χώρα τους και θέλουν να το βάλουν αυτό μαζί με την Ελλάδα.

Και αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό γιατί ίσως είναι η τελευταία ευκαιρία που μας δίνεται, η τελευταία ευκαιρία που δεν πρέπει να χαθεί, να χτίσουμε μαζί τους ένα κοινό μέλλον και φυσικά να αποτρέψουμε την πλήρη μονοπώληση του όρου «Μακεδονία» απ’ τη γειτονική χώρα.

Ένα τελευταίο σχόλιο σε σχέση με τη συζήτηση που γίνεται συχνά πυκνά στην Ελλάδα, πολύ πιο συχνά απ’ ό,τι θα έπρεπε, γιατί η πραγματικότητα δυστυχώς δε συμβαδίζει μ’ αυτά που λέμε πολλές φορές, που έχει να κάνει με τις ταυτότητες και τον εθνικισμό της γειτονικής χώρας. Προφανώς και υπήρχε εθνικισμό και εθνικό κίνημα και ακραίες αλυτρωτικές φωνές στη γειτονική χώρα, και στις αρχές της δεκαετίας του ’90 και πιο πρόσφατα, είπαμε για τον Γκρουέφσκι, αλλά αυτή η εμμονή με τις ταυτότητες, φανερώνει μια αντίληψη που έχει η ελληνική πλευρά και πολλές φορές και οι διανοούμενοι πρέπει να πω, αλλά κυρίως φυσικά τα media, η πολιτική τάξη, μια εμμονή με μια αντίληψη των ταυτοτήτων ως πλήρως απαράλλακτες και σταθερές.

Εφ' όσον ήταν κάποτε εθνικιστές, υπήρχε εθνικιστικό κίνημα στη γειτονική χώρα ή προσπάθησαν μέσω του ελληνικού εμφυλίου να καταλάβουν μέρος της ελληνικής Μακεδονίας, αυτή η χώρα θα είναι πάντα έτσι, δε θ’ αλλάξει ποτέ. Ένα αφήγημα ότι αυτοί είναι κατά κάποιον τρόπο εθνικιστές στο DNA τους. Αυτό φυσικά όπως καταλαβαίνετε, είναι όχι απλώς αντιεπιστημονικό αλλά έρχεται σε αντίθεση ακόμα και με την ελληνική ιστορία.

Αν πάμε 100 χρόνια πίσω, το πρόταγμα το ελληνικό ήταν να πάρουμε την Κωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη, και προσπαθήσαμε και με στρατιωτικά μέσα να το κάνουμε. Αν ρωτήσουμε σήμερα έναν μέσο άνθρωπο αν θέλει να φτάσει στο Σαγγάριο, θα σου πει «προφανώς όχι, δε μ’ ενδιαφέρει αυτό το θέμα». Με τον ίδιο τρόπο μπορείτε να φανταστείτε ότι και αυτή η γειτονική χώρα, ίσως δε σκέφτεται όπως νομίζουν πολλοί ακριβώς με τον ίδιο τρόπο όπως σκέφτονταν οι άνθρωποί της τη δεκαετία του ’40 και του ’50 ή ακόμα και πιο πρόσφατα.

Και τελικά τί κέρδισε η ελληνική πλευρά απομονώνοντας τη γειτονική χώρα; εξαφανίστηκε το εθνικιστικό τους αφήγημα; Όχι. Όπως ήταν με το Γκρουέφσκι, έγινε ισχυρότερο και γιγαντώθηκε. Σε τελική ανάλυση, αυτό που μετράει είναι το περιεχόμενο του εθνικού αφηγήματος και της ταυτότητας της γειτονικής χώρας και τί κάνουμε εμείς γι’ αυτό. Δεν πρέπει να μας ενδιαφέρει τί γίνεται στη γειτονική χώρα και πώς σκέφτονται και τί αισθάνονται οι γείτονες; Πρέπει να μας ενδιαφέρει.

Αλλά πρέπει μαζί τους να δουλέψουμε, μαζί τους να συνεργαστούμε, μέσα από ταις συμφωνίες στις οποίες καταλήξαμε και με άλλες διαδικασίες που θα προκύψουν από τη διαδικασία ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ώστε τα επόμενα χρόνια να τους βοηθήσουμε να δουλέψουν την ταυτότητά τους, να τη χτίσουν με όρους μη ανταγωνιστικούς προς την Ελλάδα. Η Ελλάδα μπορεί να γίνει ο καλύτερός της φίλος κι εμείς θα τους βοηθήσουμε πραγματικά, ένα σχετικά νέο έθνος, να γίνει φιλικό έθνος προς την Ελλάδα και δε θα αισθανόμαστε ούτε εμείς περίεργα, αλλά ούτε κι αυτοί, ότι πρέπει να αναπτύξουμε έναν εθνικισμό τέτοιου είδους. Ευχαριστώ πολύ.

*Ο Γιάννης Αρμακόλας είναι Καθηγητής Βαλκανικών Σπουδών