11 Ιούλιος, 2019

Κλιματική αλλαγή: διεθνείς συμφωνίες για τον μετριασμό και εθνική αναγκαιότητα για την προσαρμογή

Guest Αρθρογράφος

Η ομιλία του Ευτύχη Σαρτζετάκη στην εκδήλωση του Ινστιτούτου Π2 "Πρόοδος στην Πράξη" με τίτλο "Κεραυνοί το κατακαλόκαιρο": Θα μείνουμε θεατές της κλιματικής αλλαγής;

Η Έκθεση της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Αλλαγή του Κλίματος (IPCC, 2018: Global warming of 1.5°C) μεταξύ άλλων επισημαίνει: Η αύξηση της μέσης παγκόσμιας θερμοκρασίας σε σχέση με τα προ-βιομηχανικά επίπεδα, από ανθρώπινες δραστηριότητες, έχει φτάσει ήδη τον 1.0°C και είναι πιθανό να προσεγγίσει έναν 1,5°C μεταξύ του 2030 και 2052, αν συνεχιστεί η ίδια δραστηριότητα. Στα επίπεδα αύξησης της θερμοκρασίας μεταξύ 1.5°C και 2°C οι κλιματικοί κίνδυνοι στην υγεία, τα μέσα διαβίωσης, την επισιτιστική ασφάλεια, την ύδρευση και την οικονομική ανάπτυξη θα αυξηθούν σημαντικά και θα κατανέμονται ανομοιόμορφα ανάλογα με την γεωγραφική θέση, τα επίπεδα της ανάπτυξης και της ευπάθειας, αλλά και για τις δυνατότητες προσαρμογής. Παρότι υπάρχει ευρύ φάσμα επιλογών προσαρμογής, που μπορούν να μειώσουν τους κινδύνους της κλιματικής αλλαγής, είναι σημαντικό να αναγνωριστούν τα όρια της προσαρμοστικής ικανότητας των ανθρώπινων και φυσικών συστημάτων. Τέλος επισημαίνει ότι ακόμη και εάν οι χώρες υλοποιήσουν τους στόχους όπως τους υποσχέθηκαν στην Συμφωνία του Παρισιού, δεν θα μπορούσαμε να περιορίσουμε την υπερθέρμανση του πλανήτη σε 1,5°C, ακόμη και αν είχαμε δραστικές μειώσεις εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου μετά το 2030. Και καταλήγει ότι για να αποφύγουμε την υπέρβαση του στόχου απαιτείται να αρχίσει η μείωση των παγκόσμιων εκπομπών CO2 όσο το δυνατόν συντομότερα και πάντως πριν το 2030.

Όσον αφορά την εκτίμηση των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής στην Ελλάδα, έχει γίνει μια σημαντική προσπάθεια τα τελευταία δέκα χρόνια υπό την αιγίδα της Τράπεζας της Ελλάδος η οποία συνέστησε την διεπιστημονική Επιτροπή για τη Μελέτη των Επιπτώσεων της Κλιματικής Αλλαγής (ΕΜΕΚΑ). Στην ΕΜΕΚΑ, οικονομολόγοι του περιβάλλοντος και της ενέργειας, σε συνεργασία με κλιματολόγους, φυσικούς, βιολόγους, μηχανικούς και κοινωνικούς επιστήμονες, εκπονούν μελέτες που αξιολογούν τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στην ελληνική οικονομία, αναλύουν τις οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές συνέπειες της κλιματικής αλλαγής στην Ελλάδα, και προτείνουν τρόπους προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας προς βιώσιμα μοντέλα ανάπτυξης. Η αρχική μελέτη με τίτλο «Οι Περιβαλλοντικές, Οικονομικές και Κοινωνικές Επιπτώσεις της Κλιματικής Αλλαγής στην Ελλάδα», που εκδόθηκε το 2011, κάνει μια προσπάθεια εκτίμησης των επιπτώσεων στους σημαντικότερους τομείς οικονομικής δραστηριότητας στην Ελλάδα και επίσης καταλήγει σε μια γενικευμένη εκτίμηση των επιπτώσεων στο ελληνικό ΑΕΠ. Η εκτίμηση αυτή εξαρτάται από τα κλιματικά σενάρια και για την περίοδο ως το 2050 φτάνει σε ετήσιες μειώσεις του ΑΕΠ κατά 2% ενώ για την περίοδο 2050-2100 η ετήσια μείωση εκτιμάται μεταξύ 3 και 6 ποσοστιαίων μονάδων. Σωρευτικά, μέχρι το 2100, οι μειώσεις αυτές μπορεί να οδηγήσουν σε απώλειες που φθάνουν τα 701 δισεκ. ευρώ. 

Η οικονομική ανάπτυξη θα πρέπει να προσαρμοστεί στις ανάγκες μετριασμού και προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή. Όπως κάθε μεγάλη αλλαγή εμπεριέχει κινδύνους αλλά προσφέρει και ευκαιρίες. Όσον αφορά τον μετριασμό ήδη γίνονται κάποια, όχι αρκετά, βήματα για την μετάβαση σε μια οικονομία χαμηλού άνθρακα. Τα βήματα αυτά είναι μονομερείς δράσεις σε εθνικό ή ακόμη και περιφερειακό επίπεδο. Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω απαιτούνται άμεσα ταχύτατες μειώσεις των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου. 

Όσον αφορά την προσαρμογή, οι επενδύσεις σε αντιπλημμυρικά έργα, αλλαγή στις καλλιέργειες, μεταβολές σε κλάδους όπως ο τουρισμός, προσφέρουν και οικονομικές ευκαιρίες, τα οφέλη των οποίων θα πρέπει με κατάλληλο σχεδιασμό να διευρυνθούν και να διαχυθούν στην κοινωνία. Θα πρέπει να ληφθούν μέτρα ώστε οι επενδύσεις στον μετριασμό και την προσαρμογή να λειτουργήσουν προς όφελος της ανάπτυξης (όχι της μεγέθυνσης μόνον) δημιουργώντας ευκαιρίες και οφέλη για το σύνολο της κοινωνίας και ιδιαίτερα των πλέον ευπαθών ομάδων.

Για να επιτευχθούν, με την απαιτούμενη ταχύτητα, οι απαιτούμενες μειώσεις εκπομπών CO2 θα πρέπει να αυξηθεί το κόστος των δραστηριοτήτων που εκπέμπουν CO2. Ένα από τα βασικά θέματα των οικονομικών της κλιματικής αλλαγής αφορά στον προσδιορισμό του πλήρους κόστους ενός τόνου άνθρακα (προφανώς μεγαλύτερο από το ιδιωτικό κόστος, όπως προσδιορίζεται από την ελεύθερη αγορά). Το πρόβλημα είναι πόσο είναι το επιπλέον αυτό κόστος, το οποίο θα μπορούσε να επιβληθεί μέσω πολιτικών ώστε να «διορθώσει» τις αγορές. Το κόστος αυτό ονομάζεται κοινωνικό κόστος άνθρακα (social cost of carbon SCC). Για τον προσδιορισμό του SCC χρησιμοποιούνται εξαιρετικά περίπλοκα υποδείγματα (Integrated Assessment Models) που ενσωματώνουν κλιματικές και οικονομικές παραμέτρους. Τα διάφορα υποδείγματα δίνουν ένα μεγάλο εύρος τιμών για το SCC (Nordhaus: SCC=$20/ton, Stern: SCC=$200/ton, U.S. Government Interagency Working Group on Social Cost of Carbon: SCC=$33/ton). Μια πραγματική εκτίμηση του κόστους του άνθρακα μας προσφέρει η τιμή των αδειών εκπομπής CO2 που διαμορφώνεται στα πλαίσια του Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ΣΕΔΕ –ΕΕ, EU-ETS). Η τιμή των αδειών παρέμεινε γύρω στα 7€/τόνο μέχρι το τέλος της δεύτερης φάσης ενώ μετά το τέλος του 2017 έχει αυξηθεί απότομα φτάνοντας τα 20€/τόνο προς τα τέλη του 2018. Η ταχεία αυτή αύξηση οφείλεται εν μέρει στην αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας, αλλά κυρίως στις προσαρμογές που γίνονται εν αναμονή της μείωσης του αριθμού των αδειών, που θα προκληθεί από το Market Stability Reserve κατά την περίοδο 2019-23. Η πλειοψηφία των αναλυτών εκτιμά ότι η αύξηση των τιμών θα συνεχιστεί, με σημαντικές επιπτώσεις στην τιμή της ενέργειας σε όλες τις χώρες της ΕΕ, αλλά κυρίως σε χώρες όπως η Ελλάδα, όπου η παραγωγή ηλεκτρικής και θερμικής ενέργειας, που  αντιπροσωπεύει σχεδόν το 60% των εκπομπών CO2 της χώρας, έχει πολύ υψηλή ένταση εκπομπών  (σχεδόν τριπλάσια από την μέση των ΕΕ28). Η τιμή των αδειών προβλέπεται να φτάσει τα €40-60/ton μέχρι το 2023, ενώ υπάρχουν προβλέψεις έως και €100/ton.

Τα τελευταία χρόνια αναγνωρίστηκαν και οι τεράστιοι κίνδυνοι που ενέχει η κλιματική αλλαγή για το χρηματοπιστωτικό σύστημα. (1) Physical: κίνδυνοι από πλημύρες, φωτιές κλπ που μπορεί να καταστρέψουν παραγωγικό κεφάλαιο και να διακόψουν το εμπόριο. (2) Liability: κίνδυνοι από τις αξιώσεις εκείνων που θα υποστούν τις ζημιές. (3) Transitional: κίνδυνοι από μια βίαιη προσαρμογή σε μια οικονομία χαμηλού ή και μηδενικού άνθρακα, όπως αλλαγές στην τεχνολογία, πολιτική και τις προσδοκίες των επενδυτών. Επομένως για να προστατευτεί η παγκόσμια οικονομική σταθερότητα, θα πρέπει οι Κεντρικές Τράπεζες να παίξουν σημαντικό ρόλο στην διασφάλιση μιας ομαλής προσαρμογής σε μια οικονομία χαμηλού άνθρακα. Έως τώρα συζητιούνται: (1) Ανάπτυξη ενός συστήματος μέσω του οποίου οι επιχειρήσεις θα δημοσιοποιούν πληροφορίες σχετικά με τις εκπομπές τους, (2) ανάπτυξη συγκεκριμένων stress-tests για την εκτίμηση των κινδύνων στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, (3) μείωση των απαιτήσεων για παρακράτηση ρευστών διαθεσίμων σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που επενδύουν σε «πράσινες» επενδύσεις, (4) Green Bonds. Οι Εκθέσεις της Global Commission on the Economy and Climate (GCEC) 2014, 2015 and 2016 εκτιμούν τις συνολικές επενδύσεις σε βασικές υποδομές μεταξύ 2015-2030 σε περίπου  $89 τρισεκατομ. ενώ οι πρόσθετες επενδύσεις για την μετάβαση σε χαμηλού άνθρακα οικονομία εκτιμώνται σε μόλις $4 τρισεκατομ. (ενώ άλλες μελέτες σε $15 τρισεκατομ.

*Ο Ευτύχης Σαρτζετάκης είναι καθηγητής Οικονομικών του Περιβάλλοντος, Διευθυντής Εργαστήριου Οικονομικών και Διαχείρισης της Βιώσιμης Ανάπτυξης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας